Μηνάς Ν. Μηλιαράς - Παράφραση

Γράμματα

Κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς να με κυνηγά. Για πρώτη φορά, έπειτα από τόσο χρόνο, είμαι μονάχος μου. Αισθάνομαι ελεύθερος και οι πρώτες σκέψεις μου είναι αναμνήσεις. Συστρέφω το κεφάλι μου για να εξακριβώσω το προφανές. Δεν υπάρχει κανείς.
 Ο δρόμος είναι υποφωτισμένος. Ένας κάδος σκουπιδιών βρωμάει σαν πρωταθλητής των ασβών. Δύο γάτες, ανενόχλητες, κάνουν επιδρομή. Αυτοκίνητα. Νεκρά σφραγισμένα κουτιά, παρκαρισμένα παντού, ακόμη και πάνω στα λιγοστά δέντρα. Στις σκέψεις μου ελλοχεύει ο φόβος του κυνηγού που αίφνης εξαφανίστηκε.
Παραμένω ακίνητος. Με μια απότομη κίνηση μεταφέρω το οπτικό πεδίο στην πλάτη μου. Πίσω μου σίγουρα δεν είναι κανείς.
Ένα ζευγάρι χασκογελά ενώ το αγόρι βγάζει κλειδιά από την τσέπη. Εύχομαι μην έχουν παρκάρει εδώ. Πλησιάζουν. Δε θέλω να τους κοιτώ, να δώσω δικαίωμα. Με κοιτούν όμως εκείνοι, απορούν και το κορίτσι σταματά να γελά. Πλησιάζουν κι άλλο. Παραμένω ακίνητος, με το βλέμμα προσηλωμένο στο άπειρο. Με προσπερνούν. δε γυρίζω να κοιτάξω πίσω, περιμένω μέχρι οι ψίθυροι και τα βήματά τους να συρθούν μακριά μου. Με μια μονοκόμματη κίνηση κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς, μόνο δύο κακοφωτισμένες φιγούρες στο βάθος, ερωτοτροπούν. Κανείς δε με κυνηγά!
Η γάτα με τη μαύρη ουρά μού αποσπά την προσοχή και εστιάζω στον κάδο. Προσπαθεί να σκίσει μια νάυλον σακούλα. Η άλλη γάτα είναι χρώματος καφέ. Σκέφτομαι πως είναι η πρώτη καφέ γάτα που βλέπω στο Γκάζι μετά από δέκα εννιά μήνες και αυτό, θα μπορούσε να είναι ακόμα και είδηση. Όσο η φιλενάδα της διαλύει σακούλες, εκείνη στέκεται ακίνητη, ατενίζοντάς με σταθερά και άφοβα. Όσο της μιλώ, κουνά την ουρά της νευρικά. Νοιώθω αμήχανα. Γυρίζω και κοιτάζω πίσω, δε με παρακολουθεί κανείς.
Μόνο η καφέ γάτα παραμένει στον κάδο. Μα αυτό δεν είναι αρκετό για να λειτουργήσει. Το βλέμμα της μόνο αλλόκοτο είναι, τίποτε περισσότερο. Δε με σπρώχνει μπροστά, να κάνω ένα βήμα, να ξεκινήσω να περπατώ, να φύγω μακριά από το “εδώ”. Να πάω επιτέλους κάπου, παραπέρα, πιο μακριά, εκεί που δεν ξέρω πως είναι. Δε με διώχνει αυτό το βλέμμα της γάτας. Δεν μπορεί να με ωθήσει. Δεν κρύβει λέξεις που αποδεικνύουν ενοχές, ανομολόγητες προτάσεις γεμάτες σφάλματα, φράσεις που χάνονται σε ανεξερεύνητα πάθη, παραγράφους με όρκους στον εαυτό μου, από τους οποίους να θέλω να ξεφύγω. Είναι απλώς παράξενο, επειδή είναι κενά επίμονο. Κοιτάζω πίσω, ελπίζοντας μάταια να αντικρίσω τον κυνηγό μου.
Τώρα πια τι; Άραγε, αυτό να είναι ο θάνατος; Ή στασιμότητα;
 

Κορώνα

Υποβασταζόμενος, προσπαθώ να σηκωθώ. Το δεξί μου πόδι είναι λαβωμένο. Δεν μπορώ να το πατήσω, να τρέξω, να προλάβω. Το αίμα ρέει άφθονο. Η οδηγός τού αυτοκινήτου, ένα νεαρό, πολύ όμορφο κορίτσι, με ρωτά αν είμαι καλά και με ρωτά ξανά και ξανά, με φωνή γεμάτη πανικό. Τελικά είμαι εγώ και πάλι αυτός που αντί να αρχίσει να βρίζει, προσπαθεί να ηρεμήσει τους άλλους.
«Είμαι καλά, απλώς το πόδι μου πονάει, επαναλαμβάνω». Αλλά θα μου περάσει ο πόνος. Δε θα επιτρέψω να τον θυμάμαι για μια ζωή, αυτό είναι σίγουρο. Θα έρθει η μέρα που θα τα ξεχάσω όλα, σα να μη συνέβησαν ποτέ  ή σα να μην είχαν τελικά τόσο μεγάλη σημασία. Με αυτήν τη σκέψη στο μυαλό, μπορώ σχεδόν να νοιώσω ότι δεν πονάω τώρα. Σχεδόν. «Όχι, ευχαριστώ», για πολλοστή φορά εξηγώ πως δε θέλω να με δει γιατρός διότι δεν τον χρειάζομαι και -Ναι!  Φταις, αλλά ήδη έχεις βουρκώσει και να σε στεναχωρήσω άλλο, δε βρίσκω ποιό το νόημα. Πρέπει να ασχοληθώ με το δικό μου τραύμα.
Ξεκινώ μια προσπάθεια να φτάσω στο πεζοδρόμιο. Δίπλα στο κορίτσι είναι ένας εκνευριστικά αδιάφορος νέος που τον λένε πράσινα μάτια - πότε βρέθηκε αυτός εδώ και από ποιο σύμπαν, δε γνωρίζω και δε με ενδιαφέρει. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως με κοιτάζουν άβουλα μαζί χωρίς να με βοηθούν, ενώ εγώ βασανίζομαι να περπατήσω. Μια αιμάτινη γραμμή στην άσφαλτο προδίδει την πορεία μου.
Είναι φανερό πως δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Το δεξί μου πόδι με καθυστερεί. Αιμορραγεί και πονάει φρικτά, όσο και αν θέλω να το αγνοώ. Δεν μπορώ καν να το σηκώσω, είμαι αναγκασμένος να το σέρνω πίσω μου σαν τσαλαπατημένο ποδήλατο. Και το κυριότερο, να είμαι εξαιρετικά αργός.
Φτάνω επιτέλους στο πεζοδρόμιο. Αγχώνομαι, πρέπει να τρέξω, να προλάβω. Αλλά το τραύμα μου θα αποτελέσει τροχοπέδη, είμαι πλέον απόλυτα πεπεισμένος γι’ αυτό. Δεν έχω λοιπόν παρά μονάχα μία επιλογή. Πιάνω με τα δύο μου χέρια το πόδι στο ύψος του γονάτου, σφίγγω τα δόντια και το τραβώ με όση δύναμη έχω, ώσπου αποκολλείται από το σώμα μου. Το πετάω στην άσφαλτο σα να ξεφορτώνομαι κάτι. Ένα κρεσέντο βωβού πόνου για μένα που κορυφώνεται και εξαφανίζεται, ένα ουρλιαχτό στον αέρα για το κορίτσι, που για ακόμα λίγο συνεχίζει να μου τρυπά τα αυτιά. Ο πράσινα μάτια δεν είδε τίποτε, κοιτούσε αλλού. Τώρα χαζοκοιτά το κομμένο μου πόδι, και δακρύζει χωρίς να γνωρίζει γιατί.
Σπρώχνοντας την πλάτη στον τοίχο πίσω μου, στάθηκα πάλι όρθιος, αυτή τη φορά και για πρώτη, στηριγμένος στο αριστερό μου πόδι. Κοιτάζω κάτω, το άλλο μου πόδι παρατημένο, αιμορραγεί και μοιάζει να πονά ακόμα. Εγώ όμως όχι. Καμία απολύτως ενόχληση. Χοροπηδώ μερικές φορές για να ζυγίσω το σώμα μου στη νέα αυτή κατάσταση. Αποφασίζω ό,τι μπορώ.
Χαμογελώ επιτέλους ξανά και αρχίζω να προχωρώ, όπως παίζουν τα παιδιά ξυλίκι. Ίσως είναι μια από τις πλέον γελοίες σκηνές αποχώρησης από τον τόπο ενός ατυχήματος, όμως είναι αλήθεια πως είμαι αναγκασμένος να φύγω με αυτόν τον τρόπο.
Κοιτάζω μπροστά, οι δρόμοι δεν είναι ιδιαίτερα φωτισμένοι, αλλά δε διακρίνω κανέναν και συνεχίζω το χοροπηδητό μου. Πίσω μου, δεν κοιτώ ποτέ.
Φτάνω σε μια διασταύρωση με ένα σκοτεινό σοκάκι τρομάζοντας μια καφετιά γάτα με μαύρη ουρά που ανακατεύει σακούλες σκουπιδιών.
Δίπλα στον κάδο, διακρίνω μιαν ανθρώπινη σκιά. Τον παρατηρώ. Είναι πράγματι, εντελώς ακίνητος, έχει μαρμαρώσει. Γυρίζει απότομα και με κοιτά. Τον αναγνωρίζω: αυτός είναι, τον βρήκα επιτέλους! Είχε κρυφτεί στο στενό. Σκέφτομαι πως τώρα πια, με το ένα μου πόδι να λείπει, μοιάζω ακόμα πιο τρομακτικός και γελάω με σαρκασμό για το ωφέλιμο του ατυχήματος.
Παίρνω μια ανάσα και ξεκινώ να χοροπηδώ κυνηγώντας τον. Εκείνος, όπως τόσο χρόνο τώρα, φεύγει τρομαγμένος μακριά μου, οδηγώντας και τους δύο μας στο κοινό μας άγνωστο.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χρήστος Σιδερής - Το Συμπόσιο των Ελβετών Φιλοσόφων (περί Έρωτος και άλλες αηδίες)

Μίνα Γκρέκα - Το Μήνυμα