Θουλουάγα - Μια Βουτιά
«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! Είναι κρύο το νερό!», φώναξε ο Μήτσος που προσπαθούσε να κολυμπήσει σαν κουτάβι σε παγωμένη θάλασσα.
Το νερό τον τύλιξε στην κρύα αγκαλιά του και προσπαθούσε να τον ηρεμήσει αλλά ο Μήτσος πάσχιζε εναγωνίως να βγει από αυτήν. Ήταν τόσο παγωμένο που άρχιζαν και μούδιαζαν τα πάντα πάνω του. Το στήθος και η μέση του είχαν παγώσει από τη πρώτη στιγμή και άρχιζε να μην αισθάνεται το δεξί του πόδι. Ο πανικός χτύπησε την πόρτα (τοκ τοκ), ο ανεξέλεγκτος τρόμος ήταν έτοιμος να εφορμήσει, το λαμπάκι τού συναγερμού είχε κοκκινίσει... Δεν ήταν ότι δεν ήξερε κολύμπι. Ήταν όμως τόσο παγωμένο το νερό που μπορούσε να τον μετατρέψει σε παγάκι ανά πάσα στιγμή.
Μια κράμπα στο αριστερό του πόδι, τον έκανε να σταματήσει το κολύμπι και να αρχίσει τα γαμωσταυρίδια. Προσπάθησε, χρησιμοποιώντας δυο χέρια και ένα πόδι, να κολυμπήσει. Αδύνατον! Πριν συνέλθει από την κράμπα πείσμωσε, το πρόσωπο του συνοφρυώθηκε, έσφιξε τα δόντια και ξεκίνησε με τα δυο του χέρια πλέον να κολυμπά. Δεν ήθελε να πεθάνει εκεί. Εκτός αυτού, η στεριά ήταν στα τρία μέτρα.
Εντέλει, η υπερπροσπάθεια απέδωσε καρπούς και το δεξί του χέρι ακούμπησε πάνω στα κοφτερά βράχια δημιουργώντας μια επιδερμική τομή δύο εκατοστών. Πριν προλάβει να μπινελικώσει το βράχο, αντελήφθη ότι στο συγκεκριμένο σημείο πάτωνε και ένα παιάκι των πέντε ετών. Η σκέψη ότι δε θα πέθαινε, ότι νίκησε τον Χάρο, ότι τελικά ίσως ήταν ο σκληροτράχηλος μαχητής τύπου “Τζον Ράμπο”, τον έκανε να αγνοήσει πλήρως το αίμα στο χέρι του.
Στηρίχθηκε στα πόδια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να βγει. Έλα όμως που τα πόδια του ήταν τόσο παγωμένα που δεν μπορούσαν να κουνηθούν. Το μυαλό έδινε την εντολή, αυτά χαμπάρι…
Χρησιμοποιώντας τα δυο του χέρια προσπάθησε μέσα στο νερό να ζεστάνει τα πόδια του, τρίβοντάς τα, ενώ ταυτόχρονα ξέπλενε τα αίματα από το χέρι.
Με τα πολλά, άρχισε να κουτσοπερπατάει προς τα έξω και μόλις βγήκε εντελώς από το νερό ένα αίσθημα ανακούφισης τον πλήρωσε. Γλίτωσε από του Χάρου τα δόντια, δεν ήταν και λίγο. Πριν προλάβει να απολαύσει αυτό το συναίσθημα, άρχισε πάλι να τουρτουρίζει και να αναζητεί την πλησιέστερη πετσέτα. Αφού τελικά κατάφερε να φέρει το σώμα του σε μια θερμοκρασία ανθρώπινη, γύρισε δίπλα του και είπε με στόμφο:
«Πώς με είδες μωρό μου; Σου είπα: ο Μήτσος δεν κωλώνει! Ο Μήτσος δε μασάει μία!»
«Α! Βούτηξες;», ρωτάει μια δεσποινίς, ετών τριάντα, που κάθεται ανέμελα σε μια ξαπλώστρα πασαλειμμένη με τόνους αντηλιακό.
«Δε με ειδές να βουτάω από το βράχο εκεί ψηλά;», ρωτάει ο Μήτσος ενώ αρχίζει να αναρωτιέται αν πήγε να πεθάνει τσάμπα, αφού ό,τι έκανε το έκανε γι’ αυτήν.
Του είχε ζαλίσει το κεφάλι με έναν πρώην της που ήταν δεινός κολυμβητής και του άρεσε να βουτά από ψηλά χειμώνα καλοκαίρι. Ο Μήτσος δεινός κολυμβητής δεν ήταν αλλά επειδή γούσταρε τρελά το μωρό ήθελε να της δείξει ποσό καλύτερος ήταν από αυτόν και έκανε κάτι περά από τα όρια του. Έβαλε το μωρό στο διπλοκάμπινο όχημα, γκάζωσε άσχημα στην εθνική και έφτασε σε μια ερημική παραλία που είχε πάει παλιότερα με κάτι φίλους. Όλα ήταν όπως έπρεπε. Δεν υπήρχε ψυχή, δε χιόνιζε, δεν έβρεχε και ο βράχος που είχε στο μυαλό του ήταν στη θέση του.
Σκαρφάλωσε δέκα μετρά ψηλά, Ιανουάριο μήνα, με το θερμόμετρο να αγγίζει τους οκτώ βαθμούς και βούτηξε. Εντάξει, δεν ήταν και ο ορισμός του ακραίου, αλλά ο Μήτσος τα τελευταία πέντε χρόνια έκανε μπάνιο μόνο δεκαπενταύγουστο σε κοντινή παραλία με αμμουδιά και τη θάλασσα να βαθαίνει αφού βαρεθείς.
«Διάβαζα το περιοδικό μου και δε σε πρόσεξα. Ήσουν πάνω στο βράχο κάνα μισάωρο και βαρέθηκα να περιμένω μέχρι να βουτήξεις», είπε η δεσποινίς και συνέχισε να διαβάζει το περιοδικό της.
«Έπρεπε να αυτοσυγκεντρωθώ», είπε ο Μήτσος προσπαθώντας να μεγεθύνει το κατόρθωμά του. «Έπρεπε να δαμάσω το μυαλό μου», συνέχισε, «να αντιμετωπίσω τις πιο αντίξοες συνθήκες. Ξέρεις ποσό κρύο ήταν το νερό; Τουλάχιστον μείον δέκα βαθμούς…»
«Τι μου λες;», είπε η δεσποινίς μάλλον αδιάφορα και συνέχισε να ξεφυλλίζει το περιοδικό μασώντας τσίχλα.
«Βεεεεβαια! Λίγοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν τη μάχη τής επιβίωσης» είπε ο Μήτσος και φούσκωσε τα στήθη του από περηφάνια.
Για την ακρίβεια ο Μήτσος ήταν γύρω στα σαρανταπέντε λεπτά πάνω στο βράχο προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι μετά από αυτό, όσο μαλάκια κι αν του φαινόταν, το μωρό θα τον ήθελε και θα ξεχνούσε τον πρώην. Ο φόβος του ήταν μεγάλος αλλά το κίνητρο του μεγαλύτερο, με αποτέλεσμα να προσευχηθεί πρώτα σε όσους πίστευε ότι θα μπορούσαν να τον σώσουν σε ενδεχόμενο κακό και μετά έκλεισε τα μάτια, πήρε φόρα και πήδηξε στα καταγάλανα και παγωμένα νερά.
Ο Μήτσος έκανε την υπέρβαση και περίμενε να πάρει το βραβείο του. Ποιο βραβείο όμως; Η δεσποινίς ήταν εντελώς αδιάφορη γι’ αυτό του, το τόλμημα. Ο Μήτσος μάτωσε, ο Μήτσος πάγωσε, ο Μήτσος έπαθε κράμπα, ο Μήτσος πήγε να πεθάνει και αυτή δε συγκινήθηκε στο ελάχιστο. Λίγα λεπτά σιωπής ακολούθησαν με τη θάλασσα να ακούγεται σα να τον κοροίδευε ρυθμικά.
«Ο Ράμπο μάλλον δε θα τα κατάφερνε…», είπε τελικά προσπαθώντας να επαναφέρει το θέμα, να καυχηθεί και λίγο μπας και ανεβάσει τη γοητεία του στα μάτια της.
«Χαχαχαχαχαχαχα!», ξέσπασε σε δυνατά γέλια η δεσποινίς που μέχρι εκείνη την ώρα έδειχνε αγέλαστη.
Αμήχανος ο Μήτσος την παρακολούθησε να γελά με την ψυχή της και καθώς τον είχε καταγοητεύσει το γέλιο της, η ομορφιά της, το κορμί της, διέκρινει ένα καθαρά ερωτικό βλέμμα στα μάτια της.
«Ωπα! Ωπα! Ωπα!», είπε από μέσα του, «τι βλέμμα ήταν αυτό;»
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει το συλλογισμό του, η δεσποινίς σηκώθηκε και τον πλησίασε. Μια ακτίδα ήλιου ακολούθησε το κορμί της που είχε απορροφήσει το αντηλιακό και κάθε βήμα που έκανε προς το μέρος του ήταν και ένα ταρακούνημα στην κάρδια του. Τα χείλη της ακούμπησαν τα δικά του και η μαγεία που ένοιωσε τον παρέλυσε, το μόνο που ένοιωθε ήταν τα χείλη του που γεύονταν το φιλί της.
«Κάτι τέτοια μου λες και μου αρέσεις περισσότερο», είπε η δεσποινίς χαμογελώντας πονηρά.
Αυτό ήταν! Ο Μήτσος ένοιωσε σα να τον είχε ακουμπήσει με το μαγικό της ραβδάκι μια ονειρεμένη νεράιδα και τον είχε μεταμορφώσει. Τα μάγουλά του τραβήχτηκαν προς τα πίσω σχηματίζοντας ένα τεράστιο χαμόγελο. Τα μάτια του έλαμψαν, τα αυτιά του πετάρισαν από χαρά, το σώμα του φούσκωσε από δύναμη και ταυτόχρονα πήρε και δέκα πόντους μπόι, μπόνους…
«Πάμε; Πείνασα…», πρόσταξε η δεσποινίς και ο Μήτσος χωρίς δεύτερη κουβέντα άρχισε να τα μαζεύει.
Η χαρά του ήταν έκδηλη. Με το ζόρι κρατιόταν να μην ξεφωνίσει. Έριξε μια τελευταία ματιά, είδε ότι είχαν μαζέψει όλα τα πράγματα και καθώς πήγαινε προς το αμάξι φώναξε:
«ΠΟΙΟΣ ΡΑΜΠΟ ΡΕΕΕ! ΜΗΤΣΑΡΑΣ! ΜΗΤΣΑΡΑΣ ΦΟΡ ΕΒΕΡ!»
Το νερό τον τύλιξε στην κρύα αγκαλιά του και προσπαθούσε να τον ηρεμήσει αλλά ο Μήτσος πάσχιζε εναγωνίως να βγει από αυτήν. Ήταν τόσο παγωμένο που άρχιζαν και μούδιαζαν τα πάντα πάνω του. Το στήθος και η μέση του είχαν παγώσει από τη πρώτη στιγμή και άρχιζε να μην αισθάνεται το δεξί του πόδι. Ο πανικός χτύπησε την πόρτα (τοκ τοκ), ο ανεξέλεγκτος τρόμος ήταν έτοιμος να εφορμήσει, το λαμπάκι τού συναγερμού είχε κοκκινίσει... Δεν ήταν ότι δεν ήξερε κολύμπι. Ήταν όμως τόσο παγωμένο το νερό που μπορούσε να τον μετατρέψει σε παγάκι ανά πάσα στιγμή.
Μια κράμπα στο αριστερό του πόδι, τον έκανε να σταματήσει το κολύμπι και να αρχίσει τα γαμωσταυρίδια. Προσπάθησε, χρησιμοποιώντας δυο χέρια και ένα πόδι, να κολυμπήσει. Αδύνατον! Πριν συνέλθει από την κράμπα πείσμωσε, το πρόσωπο του συνοφρυώθηκε, έσφιξε τα δόντια και ξεκίνησε με τα δυο του χέρια πλέον να κολυμπά. Δεν ήθελε να πεθάνει εκεί. Εκτός αυτού, η στεριά ήταν στα τρία μέτρα.
Εντέλει, η υπερπροσπάθεια απέδωσε καρπούς και το δεξί του χέρι ακούμπησε πάνω στα κοφτερά βράχια δημιουργώντας μια επιδερμική τομή δύο εκατοστών. Πριν προλάβει να μπινελικώσει το βράχο, αντελήφθη ότι στο συγκεκριμένο σημείο πάτωνε και ένα παιάκι των πέντε ετών. Η σκέψη ότι δε θα πέθαινε, ότι νίκησε τον Χάρο, ότι τελικά ίσως ήταν ο σκληροτράχηλος μαχητής τύπου “Τζον Ράμπο”, τον έκανε να αγνοήσει πλήρως το αίμα στο χέρι του.
Στηρίχθηκε στα πόδια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να βγει. Έλα όμως που τα πόδια του ήταν τόσο παγωμένα που δεν μπορούσαν να κουνηθούν. Το μυαλό έδινε την εντολή, αυτά χαμπάρι…
Χρησιμοποιώντας τα δυο του χέρια προσπάθησε μέσα στο νερό να ζεστάνει τα πόδια του, τρίβοντάς τα, ενώ ταυτόχρονα ξέπλενε τα αίματα από το χέρι.
Με τα πολλά, άρχισε να κουτσοπερπατάει προς τα έξω και μόλις βγήκε εντελώς από το νερό ένα αίσθημα ανακούφισης τον πλήρωσε. Γλίτωσε από του Χάρου τα δόντια, δεν ήταν και λίγο. Πριν προλάβει να απολαύσει αυτό το συναίσθημα, άρχισε πάλι να τουρτουρίζει και να αναζητεί την πλησιέστερη πετσέτα. Αφού τελικά κατάφερε να φέρει το σώμα του σε μια θερμοκρασία ανθρώπινη, γύρισε δίπλα του και είπε με στόμφο:
«Πώς με είδες μωρό μου; Σου είπα: ο Μήτσος δεν κωλώνει! Ο Μήτσος δε μασάει μία!»
«Α! Βούτηξες;», ρωτάει μια δεσποινίς, ετών τριάντα, που κάθεται ανέμελα σε μια ξαπλώστρα πασαλειμμένη με τόνους αντηλιακό.
«Δε με ειδές να βουτάω από το βράχο εκεί ψηλά;», ρωτάει ο Μήτσος ενώ αρχίζει να αναρωτιέται αν πήγε να πεθάνει τσάμπα, αφού ό,τι έκανε το έκανε γι’ αυτήν.
Του είχε ζαλίσει το κεφάλι με έναν πρώην της που ήταν δεινός κολυμβητής και του άρεσε να βουτά από ψηλά χειμώνα καλοκαίρι. Ο Μήτσος δεινός κολυμβητής δεν ήταν αλλά επειδή γούσταρε τρελά το μωρό ήθελε να της δείξει ποσό καλύτερος ήταν από αυτόν και έκανε κάτι περά από τα όρια του. Έβαλε το μωρό στο διπλοκάμπινο όχημα, γκάζωσε άσχημα στην εθνική και έφτασε σε μια ερημική παραλία που είχε πάει παλιότερα με κάτι φίλους. Όλα ήταν όπως έπρεπε. Δεν υπήρχε ψυχή, δε χιόνιζε, δεν έβρεχε και ο βράχος που είχε στο μυαλό του ήταν στη θέση του.
Σκαρφάλωσε δέκα μετρά ψηλά, Ιανουάριο μήνα, με το θερμόμετρο να αγγίζει τους οκτώ βαθμούς και βούτηξε. Εντάξει, δεν ήταν και ο ορισμός του ακραίου, αλλά ο Μήτσος τα τελευταία πέντε χρόνια έκανε μπάνιο μόνο δεκαπενταύγουστο σε κοντινή παραλία με αμμουδιά και τη θάλασσα να βαθαίνει αφού βαρεθείς.
«Διάβαζα το περιοδικό μου και δε σε πρόσεξα. Ήσουν πάνω στο βράχο κάνα μισάωρο και βαρέθηκα να περιμένω μέχρι να βουτήξεις», είπε η δεσποινίς και συνέχισε να διαβάζει το περιοδικό της.
«Έπρεπε να αυτοσυγκεντρωθώ», είπε ο Μήτσος προσπαθώντας να μεγεθύνει το κατόρθωμά του. «Έπρεπε να δαμάσω το μυαλό μου», συνέχισε, «να αντιμετωπίσω τις πιο αντίξοες συνθήκες. Ξέρεις ποσό κρύο ήταν το νερό; Τουλάχιστον μείον δέκα βαθμούς…»
«Τι μου λες;», είπε η δεσποινίς μάλλον αδιάφορα και συνέχισε να ξεφυλλίζει το περιοδικό μασώντας τσίχλα.
«Βεεεεβαια! Λίγοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν τη μάχη τής επιβίωσης» είπε ο Μήτσος και φούσκωσε τα στήθη του από περηφάνια.
Για την ακρίβεια ο Μήτσος ήταν γύρω στα σαρανταπέντε λεπτά πάνω στο βράχο προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι μετά από αυτό, όσο μαλάκια κι αν του φαινόταν, το μωρό θα τον ήθελε και θα ξεχνούσε τον πρώην. Ο φόβος του ήταν μεγάλος αλλά το κίνητρο του μεγαλύτερο, με αποτέλεσμα να προσευχηθεί πρώτα σε όσους πίστευε ότι θα μπορούσαν να τον σώσουν σε ενδεχόμενο κακό και μετά έκλεισε τα μάτια, πήρε φόρα και πήδηξε στα καταγάλανα και παγωμένα νερά.
Ο Μήτσος έκανε την υπέρβαση και περίμενε να πάρει το βραβείο του. Ποιο βραβείο όμως; Η δεσποινίς ήταν εντελώς αδιάφορη γι’ αυτό του, το τόλμημα. Ο Μήτσος μάτωσε, ο Μήτσος πάγωσε, ο Μήτσος έπαθε κράμπα, ο Μήτσος πήγε να πεθάνει και αυτή δε συγκινήθηκε στο ελάχιστο. Λίγα λεπτά σιωπής ακολούθησαν με τη θάλασσα να ακούγεται σα να τον κοροίδευε ρυθμικά.
«Ο Ράμπο μάλλον δε θα τα κατάφερνε…», είπε τελικά προσπαθώντας να επαναφέρει το θέμα, να καυχηθεί και λίγο μπας και ανεβάσει τη γοητεία του στα μάτια της.
«Χαχαχαχαχαχαχα!», ξέσπασε σε δυνατά γέλια η δεσποινίς που μέχρι εκείνη την ώρα έδειχνε αγέλαστη.
Αμήχανος ο Μήτσος την παρακολούθησε να γελά με την ψυχή της και καθώς τον είχε καταγοητεύσει το γέλιο της, η ομορφιά της, το κορμί της, διέκρινει ένα καθαρά ερωτικό βλέμμα στα μάτια της.
«Ωπα! Ωπα! Ωπα!», είπε από μέσα του, «τι βλέμμα ήταν αυτό;»
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει το συλλογισμό του, η δεσποινίς σηκώθηκε και τον πλησίασε. Μια ακτίδα ήλιου ακολούθησε το κορμί της που είχε απορροφήσει το αντηλιακό και κάθε βήμα που έκανε προς το μέρος του ήταν και ένα ταρακούνημα στην κάρδια του. Τα χείλη της ακούμπησαν τα δικά του και η μαγεία που ένοιωσε τον παρέλυσε, το μόνο που ένοιωθε ήταν τα χείλη του που γεύονταν το φιλί της.
«Κάτι τέτοια μου λες και μου αρέσεις περισσότερο», είπε η δεσποινίς χαμογελώντας πονηρά.
Αυτό ήταν! Ο Μήτσος ένοιωσε σα να τον είχε ακουμπήσει με το μαγικό της ραβδάκι μια ονειρεμένη νεράιδα και τον είχε μεταμορφώσει. Τα μάγουλά του τραβήχτηκαν προς τα πίσω σχηματίζοντας ένα τεράστιο χαμόγελο. Τα μάτια του έλαμψαν, τα αυτιά του πετάρισαν από χαρά, το σώμα του φούσκωσε από δύναμη και ταυτόχρονα πήρε και δέκα πόντους μπόι, μπόνους…
«Πάμε; Πείνασα…», πρόσταξε η δεσποινίς και ο Μήτσος χωρίς δεύτερη κουβέντα άρχισε να τα μαζεύει.
Η χαρά του ήταν έκδηλη. Με το ζόρι κρατιόταν να μην ξεφωνίσει. Έριξε μια τελευταία ματιά, είδε ότι είχαν μαζέψει όλα τα πράγματα και καθώς πήγαινε προς το αμάξι φώναξε:
«ΠΟΙΟΣ ΡΑΜΠΟ ΡΕΕΕ! ΜΗΤΣΑΡΑΣ! ΜΗΤΣΑΡΑΣ ΦΟΡ ΕΒΕΡ!»
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου