Μηνάς Ν. Μηλιαράς - Λεφτεριά στους έγκλειστους
O Άρμο, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά και σε διάπλαση, ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξη της μοναδικής πόρτας σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, παρ’ όλο που κανείς δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει.
Εγώ, είχα την ηλίθια ευθύνη να φροντίζω να μένει αναμμένο το φαναράκι, αδιάφορο αν και οι τέσσερις ήμασταν τυφλοί. Και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ελέγχω τη θερμοκρασία με τα δάχτυλά μου και να υποθέτω πως είναι αναμμένο.
Ο Σίμο παραφυλούσε με το αυτί κολλημένο στον τοίχο και σημείωνε τις ημέρες και τις νύχτες βασιζόμενος σε έναν κόκορα που ακουγόταν από μακριά. Έτσι κρατούσαμε το χρόνο, αν και δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι διότι τα κοκόρια λαλούν περισσότερες από μία φορές κάθε μέρα.
Ο Μόρι ήταν ο επικεφαλής, δεν ξέρω πώς, μάλλον από πάντα. Η δική του ευθύνη ήταν να ελέγχει εμάς, αν στεκόμασταν στο ύψος τών δικών μας ευθυνών. Ήταν επίσης αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις όταν συνέβαιναν έκτακτα περιστατικά.
Ένα τέτοιο αναπάντεχο γεγονός ήταν ο θάνατος του Σίμο. Μετά από ένα νυχτερινό ύπνο, φωνάζαμε και οι τρεις το όνομά του αλλά δεν απαντούσε. Ο Άρμο φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει το καίριο πόστο του, τη μόνη πόρτα στο δωμάτιο. Από την άλλη, ο Μόρι αρνούνταν την οποιαδήποτε μετακίνηση διότι θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια τού επικεφαλούς τής ομάδος κι έτσι έμελλε εγώ να είμαι αυτός που έψαχνα στα τυφλά, με τα χέρια απλωμένα να τον βρω. Το δωμάτιο που είχαμε κλειστεί δεν ήταν και τόσο μεγάλο και έτσι σύντομα τα χέρια μου συνάντησαν το άψυχο σώμα του. Τον κούνησα και έπειτα ακούμπησα τα χείλη του με τα δάχτυλά μου. Σχεδόν κάηκα. Αλλά ήμουν σίγουρος πως ήταν νεκρός.
Το πρόβλημα που προέκυψε ήταν μεγάλο, διότι πλέον δε θα μπορούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο που κυλούσε. Ο Μόρι με διέταξε να ελέγχω το φαναράκι όλο το 24ωρο καθώς πλέον δε γνωρίζαμε πότε ήταν μέρα και πότε νύχτα. Ο Άρμο πρότεινε να αλλάξει πόστο, θεωρώντας πως η μέτρηση του χρόνου ήταν υψίστης σημασίας, μια που αποτελούσε την αντίστροφη μέτρηση προς την ελευθερία μας. Στο άκουσμα και μόνο αυτής της ιδέας, ο Μόρι ούρλιαξε δυνατά πως ήταν καλύτερα να μέναμε για πάντα εκεί, παρά να επιτρέπαμε σε κάποιον μολυσμένο να εισβάλει στην κρυψώνα μας. Έτσι, τριάντα έξι κατά προσέγγιση χρόνια μετά τον εκούσιο εγκλεισμό μας εδώ, σταματήσαμε να μετράμε το χρόνο. Η απογοήτευση που νοιώθαμε, τόσο εγώ όσο και ο Άρμο, ήταν μεγάλη, είχα μάθει να τον καταλαβαίνω από την ανάσα του. Άλλωστε ο Μόρι απαγόρευε τις περιττές συζητήσεις, προς αποφυγή διαφωνιών με τις αποφάσεις του. Ζούσαμε στα τυφλά και σχεδόν σε πλήρη σιωπή.
Υποθέτω πως θα είχαν κυλήσει μερικές εβδομάδες με τα νέα αυτά δεδομένα και κάθε στιγμή είχε ακριβώς την ίδια γεύση όπως και όλες οι επόμενες. Και ενώ σκεφτόμουν όσα είχαν συμβεί εν μέσω μιας άπειρης σιωπής, ένοιωσα την ανάσα τού Άρμο πλάι μου. Ταράχτηκα. Άπλωσα ελαφρά το χέρι και τον ακούμπησα. Ήταν αλήθεια. Ο Άρμο είχε παρατήσει το πόστο του και ο Μόρι δεν το ήξερε. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, να περιορίσω τον ενθουσιασμό μου. Εντελώς μηχανικά, έκανα κίνηση να ελέγξω το φαναράκι μπροστά μου. Ο Άρμο άρπαξε το χέρι μου ακινητοποιώντας το και το έσφιξε δυνατά. Η θέση του είχε εκφραστεί με σαφήνεια. Ο Μόρι δεν έπρεπε να μας αντιληφθεί.
Έτσι και έγινε. Καταλάβαινα από την ανάσα τού Άρμο ότι ένοιωθε πλέον ευτυχισμένος. Και κύλησε πάλι ο καιρός και κανείς δεν ήταν πλέον στο πόστο του, αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα όσο ο Μόρι το αγνοούσε.
Και ήρθε αυτή η στιγμή, που απορεί κανείς πώς άργησε τόσο. Είπα μέσα μου, πως ότι ήταν να γίνει ας γινόταν, ας το ζούσα. Έπιασα τον Άρμο από το χέρι και τον πήρα μαζί μου ως την πόρτα. Τράβηξα με δύναμη το σύρτη κι ο ήχος πανικόβαλλε τον Μόρι.
«Τι συμβαίνει; Ποιος είναι στην πόρτα;» ούρλιαξε.
«Βρε, άμε στο διάολο» του απάντησα και την άνοιξα. Το δωμάτιο λούστηκε στο φως μόνο που το ένοιωσα σαν έκρηξη. «Δεν είμαστε τυφλοί!» ούρλιαξε ο Άρμο. «Δεν είμαστε!»
Τα μάτια μας έκαιγαν από το δυνατό φως και το μόνο που έβλεπα ήταν λευκό παντού. Στιγμές μετά άρχισα να δακρύζω. Άκουσα τον Άρμο να λέει «καίγομαι» και ο Μόρι πίσω μας ούρλιαζε από τους πόνους - ενώ εγώ απλώς δάκρυζα, ο πόνος που ένοιωθα δεν ήταν τόσο δυνατός ώστε να με κάνει να φωνάξω. Και σιγά σιγά, το φως υποχωρούσε και έβλεπα όλο και πιο καθαρά. Γύρισα στα αριστερά μου και είδα τον Άρμο καμένο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω. Ο Μόρι είχε σταματήσει τις φωνές, υποθέτω για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Έξω από το δωμάτιο ήταν έρημος. Στην πραγματικότητα, το δωμάτιο έμοιαζε να είναι ένα τσιμεντένιο κουτί στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Μπροστά μου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και πάνω σ’ αυτό ένας κόκορας όρθιος, δεμένος από τα πόδια στο τραπέζι. Φορούσε ένα σκουφί με μια προπέλα μπροστά στα μάτια του: μια έβλεπε το φως, μια δεν το έβλεπε, ανάλογα με το πως τίναζε το κεφάλι του. Απόρησα. Και επειδή δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να κοιτάξω, σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Δεν έβλεπα τον ήλιο πουθενά, δεν υπήρχαν σύννεφα αλλά το αίσθημα ήταν πως αντίκριζα μια ηλιόλουστη μέρα. Άρχισα λοιπόν να περπατώ σε ευθεία προς μια τυχαία κατεύθυνση.
Περπάτησα ατελείωτα χιλιόμετρα, αλλά δε νύχτωνε ποτέ. Συνεχώς ήταν ακριβώς όπως και όταν πρωτοβγήκα από το τσιμεντένιο κλουβί. Οι μέρες δεν έμοιαζαν να κυλούν αλλά ήμουν σίγουρος πως περπατούσα επί πολλές εβδομάδες, αλλά όσο δεν υπήρχε ο κόκορας, δεν υπήρχε και έννοια χρονικής μετάβασης.
Ώσπου είδα μακριά μπροστά μου κάτι να ξεπροβάλλει απ’ το τίποτα. Ήταν πολύ μακριά και δε φαινόταν το σχήμα του, όμως ήταν σίγουρα κάτι. Χαμογέλασα, ίσως για πρώτη φορά μετά από χρόνια και άρχισα να τρέχω. Όσο πλησίαζα, τόσο ξεκαθάριζε. Ώσπου κατάλαβα τι ήταν και σταμάτησα, γονατίζοντας στην άμμο.
Μπροστά μου βρισκόταν το τσιμεντένιο δωμάτιο.
Έσκυψα το κεφάλι. Εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο, συνειδητοποίησα πως δεν είχε καμία σημασία να περνούν οι μέρες, αν δε φρόντιζα σε κάθε μία από αυτές να κάνω και κάτι διαφορετικό.
Και πέθανα εκεί, την ίδια κιόλας ημέρα, μη έχοντας τι άλλο να κάνω.
Εγώ, είχα την ηλίθια ευθύνη να φροντίζω να μένει αναμμένο το φαναράκι, αδιάφορο αν και οι τέσσερις ήμασταν τυφλοί. Και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ελέγχω τη θερμοκρασία με τα δάχτυλά μου και να υποθέτω πως είναι αναμμένο.
Ο Σίμο παραφυλούσε με το αυτί κολλημένο στον τοίχο και σημείωνε τις ημέρες και τις νύχτες βασιζόμενος σε έναν κόκορα που ακουγόταν από μακριά. Έτσι κρατούσαμε το χρόνο, αν και δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι διότι τα κοκόρια λαλούν περισσότερες από μία φορές κάθε μέρα.
Ο Μόρι ήταν ο επικεφαλής, δεν ξέρω πώς, μάλλον από πάντα. Η δική του ευθύνη ήταν να ελέγχει εμάς, αν στεκόμασταν στο ύψος τών δικών μας ευθυνών. Ήταν επίσης αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις όταν συνέβαιναν έκτακτα περιστατικά.
Ένα τέτοιο αναπάντεχο γεγονός ήταν ο θάνατος του Σίμο. Μετά από ένα νυχτερινό ύπνο, φωνάζαμε και οι τρεις το όνομά του αλλά δεν απαντούσε. Ο Άρμο φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει το καίριο πόστο του, τη μόνη πόρτα στο δωμάτιο. Από την άλλη, ο Μόρι αρνούνταν την οποιαδήποτε μετακίνηση διότι θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια τού επικεφαλούς τής ομάδος κι έτσι έμελλε εγώ να είμαι αυτός που έψαχνα στα τυφλά, με τα χέρια απλωμένα να τον βρω. Το δωμάτιο που είχαμε κλειστεί δεν ήταν και τόσο μεγάλο και έτσι σύντομα τα χέρια μου συνάντησαν το άψυχο σώμα του. Τον κούνησα και έπειτα ακούμπησα τα χείλη του με τα δάχτυλά μου. Σχεδόν κάηκα. Αλλά ήμουν σίγουρος πως ήταν νεκρός.
Το πρόβλημα που προέκυψε ήταν μεγάλο, διότι πλέον δε θα μπορούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο που κυλούσε. Ο Μόρι με διέταξε να ελέγχω το φαναράκι όλο το 24ωρο καθώς πλέον δε γνωρίζαμε πότε ήταν μέρα και πότε νύχτα. Ο Άρμο πρότεινε να αλλάξει πόστο, θεωρώντας πως η μέτρηση του χρόνου ήταν υψίστης σημασίας, μια που αποτελούσε την αντίστροφη μέτρηση προς την ελευθερία μας. Στο άκουσμα και μόνο αυτής της ιδέας, ο Μόρι ούρλιαξε δυνατά πως ήταν καλύτερα να μέναμε για πάντα εκεί, παρά να επιτρέπαμε σε κάποιον μολυσμένο να εισβάλει στην κρυψώνα μας. Έτσι, τριάντα έξι κατά προσέγγιση χρόνια μετά τον εκούσιο εγκλεισμό μας εδώ, σταματήσαμε να μετράμε το χρόνο. Η απογοήτευση που νοιώθαμε, τόσο εγώ όσο και ο Άρμο, ήταν μεγάλη, είχα μάθει να τον καταλαβαίνω από την ανάσα του. Άλλωστε ο Μόρι απαγόρευε τις περιττές συζητήσεις, προς αποφυγή διαφωνιών με τις αποφάσεις του. Ζούσαμε στα τυφλά και σχεδόν σε πλήρη σιωπή.
Υποθέτω πως θα είχαν κυλήσει μερικές εβδομάδες με τα νέα αυτά δεδομένα και κάθε στιγμή είχε ακριβώς την ίδια γεύση όπως και όλες οι επόμενες. Και ενώ σκεφτόμουν όσα είχαν συμβεί εν μέσω μιας άπειρης σιωπής, ένοιωσα την ανάσα τού Άρμο πλάι μου. Ταράχτηκα. Άπλωσα ελαφρά το χέρι και τον ακούμπησα. Ήταν αλήθεια. Ο Άρμο είχε παρατήσει το πόστο του και ο Μόρι δεν το ήξερε. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, να περιορίσω τον ενθουσιασμό μου. Εντελώς μηχανικά, έκανα κίνηση να ελέγξω το φαναράκι μπροστά μου. Ο Άρμο άρπαξε το χέρι μου ακινητοποιώντας το και το έσφιξε δυνατά. Η θέση του είχε εκφραστεί με σαφήνεια. Ο Μόρι δεν έπρεπε να μας αντιληφθεί.
Έτσι και έγινε. Καταλάβαινα από την ανάσα τού Άρμο ότι ένοιωθε πλέον ευτυχισμένος. Και κύλησε πάλι ο καιρός και κανείς δεν ήταν πλέον στο πόστο του, αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα όσο ο Μόρι το αγνοούσε.
Και ήρθε αυτή η στιγμή, που απορεί κανείς πώς άργησε τόσο. Είπα μέσα μου, πως ότι ήταν να γίνει ας γινόταν, ας το ζούσα. Έπιασα τον Άρμο από το χέρι και τον πήρα μαζί μου ως την πόρτα. Τράβηξα με δύναμη το σύρτη κι ο ήχος πανικόβαλλε τον Μόρι.
«Τι συμβαίνει; Ποιος είναι στην πόρτα;» ούρλιαξε.
«Βρε, άμε στο διάολο» του απάντησα και την άνοιξα. Το δωμάτιο λούστηκε στο φως μόνο που το ένοιωσα σαν έκρηξη. «Δεν είμαστε τυφλοί!» ούρλιαξε ο Άρμο. «Δεν είμαστε!»
Τα μάτια μας έκαιγαν από το δυνατό φως και το μόνο που έβλεπα ήταν λευκό παντού. Στιγμές μετά άρχισα να δακρύζω. Άκουσα τον Άρμο να λέει «καίγομαι» και ο Μόρι πίσω μας ούρλιαζε από τους πόνους - ενώ εγώ απλώς δάκρυζα, ο πόνος που ένοιωθα δεν ήταν τόσο δυνατός ώστε να με κάνει να φωνάξω. Και σιγά σιγά, το φως υποχωρούσε και έβλεπα όλο και πιο καθαρά. Γύρισα στα αριστερά μου και είδα τον Άρμο καμένο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω. Ο Μόρι είχε σταματήσει τις φωνές, υποθέτω για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Έξω από το δωμάτιο ήταν έρημος. Στην πραγματικότητα, το δωμάτιο έμοιαζε να είναι ένα τσιμεντένιο κουτί στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Μπροστά μου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και πάνω σ’ αυτό ένας κόκορας όρθιος, δεμένος από τα πόδια στο τραπέζι. Φορούσε ένα σκουφί με μια προπέλα μπροστά στα μάτια του: μια έβλεπε το φως, μια δεν το έβλεπε, ανάλογα με το πως τίναζε το κεφάλι του. Απόρησα. Και επειδή δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να κοιτάξω, σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Δεν έβλεπα τον ήλιο πουθενά, δεν υπήρχαν σύννεφα αλλά το αίσθημα ήταν πως αντίκριζα μια ηλιόλουστη μέρα. Άρχισα λοιπόν να περπατώ σε ευθεία προς μια τυχαία κατεύθυνση.
Περπάτησα ατελείωτα χιλιόμετρα, αλλά δε νύχτωνε ποτέ. Συνεχώς ήταν ακριβώς όπως και όταν πρωτοβγήκα από το τσιμεντένιο κλουβί. Οι μέρες δεν έμοιαζαν να κυλούν αλλά ήμουν σίγουρος πως περπατούσα επί πολλές εβδομάδες, αλλά όσο δεν υπήρχε ο κόκορας, δεν υπήρχε και έννοια χρονικής μετάβασης.
Ώσπου είδα μακριά μπροστά μου κάτι να ξεπροβάλλει απ’ το τίποτα. Ήταν πολύ μακριά και δε φαινόταν το σχήμα του, όμως ήταν σίγουρα κάτι. Χαμογέλασα, ίσως για πρώτη φορά μετά από χρόνια και άρχισα να τρέχω. Όσο πλησίαζα, τόσο ξεκαθάριζε. Ώσπου κατάλαβα τι ήταν και σταμάτησα, γονατίζοντας στην άμμο.
Μπροστά μου βρισκόταν το τσιμεντένιο δωμάτιο.
Έσκυψα το κεφάλι. Εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο, συνειδητοποίησα πως δεν είχε καμία σημασία να περνούν οι μέρες, αν δε φρόντιζα σε κάθε μία από αυτές να κάνω και κάτι διαφορετικό.
Και πέθανα εκεί, την ίδια κιόλας ημέρα, μη έχοντας τι άλλο να κάνω.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου