Αλέξανδρος Βιτζηλαίος - Οργή, η υπέρτατη απαξίωση!
Το πρώτο διήγημα εξαφανίστηκε, το δεύτερο διήγημα εξαφανίστηκε. Το τρίτο διήγημα θα προσπαθήσει να γραφεί. Κανείς δε θυμάται τι πραγματευόταν το πρώτο διήγημα γιατί κανείς δεν πρόλαβε να το διαβάσει, το δεύτερο πάντως είχε τίτλο εσύ φταις και το είχαν διαβάσει δύο αναγνώστες πριν την άθελη εξαφάνισή του. Ο τίτλος του τρίτου διηγήματος είναι “Εσύ δε φταις” και ξεκινά κάπως έτσι.
Ήταν αργά το βράδυ, γύρω στις 2.30. Όλοι κοιμόταν στην πόλη εκτός απο τον κινέζο που φωνάζει κάθε βράδυ μιλώντας κινέζικα στον τηλεφωνικό θάλαμο που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι. Κάθε βράδυ τα ίδια, μετά τα μεσάνυχτα αρχίζει και ωρύεται κυριολεκτικά στο θάλαμο μέχρι τα ξημερώματα.
Μήπως φταίει ο κινέζος; Φυσικά και δε φταίει ο κινέζος, μήπως φταίω εγώ που κοντεύω τα 40 και έχω γίνει σαν τη γεροντοκόρη που της φταίνε όλα; Φυσικά δε φταίω εγώ γιατί πάντα έτσι ήμουν ιδιότροπος και παράξενος, χωρίς λόγο, χωρίς να συμβαίνει κάτι σοβαρό. Μάλλον θα πάω να κοιμηθώ. Ίσως αύριο να ανακαλύψω ποιος φταίει, ποιος να φταίει.
Το αύριο ήρθε και πέρασε... όλα έγιναν όπως χθες, όπως και προχθές, ακόμη και ο κινέζος τα έβαλε πάλι με το θάλαμο. Ίσως δε μιλά με κανέναν, ίσως έχει μια προσωπική επικοινωνία με τον ίδιο το θάλαμο, μια σχέση που εξωτερικεύεται αργά το βράδυ όταν όλοι πια κοιμούνται. Τελικά ο κινέζος δε μου φταίει πια, δεν ενοχλεί κανέναν τέτοια ώρα με τις φωνές του, δίνει ένα χρώμα στη μονότονη, από το πέρασμα των αυτοκινήτων, βραδιά. Κινέζε καληνύχτα και καλό κουράγιο. Ελπίζω να βρεις ποιος σου φταίει και να σταματήσεις και συ να φωνάζεις κάθε βράδυ όπως φωνάζω και εγώ.
Καιρό τώρα έχω διαπιστώσει ότι όλες μου οι αισθήσεις με έχουν εγκαταλείψει. Δε νοιώθω απολύτως τίποτα. Ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε νύστα, ούτε καν ερωτική έλξη απέναντι σε εσένα. Το μόνο που νοιώθω έντονα, καθημερινά είναι οργή απέναντί σου και σίγουρα δε φταις εσύ γι’ αυτό. Γιατί εξαφανίστηκαν όλες οι αισθήσεις που δίνουν το θεϊκό νόημα στη ζωή τού ανθρώπου, γιατί με εγκατέλειψαν δεν ξέρω και εγώ πότε; Μήπως γιατί τις πρόδωσα, μήπως γιατί έφτασα τα σαράντα, μήπως γιατί...
Ξέρω γιατί δεν αισθάνομαι πια τίποτα απολύτως. Λίγες μόνο φορές έχω αποτολμήσει να το ξεστομίσω. Ελπίζω να ξαναγυρίσουν κάποια φορά πίσω στο κορμί που ανήκουν και να μου δώσουν πάλι την ευκαιρία να γευτώ τα αρχέγονα αισθήματα που δίνουν νόημα στη ζωή. Το πιο σιχαμένο και ψυχοφθόρο συναίσθημα έχει ριζώσει για τα καλά μέσα στο κεφάλι μου και με κυριεύει, όποτε αποφασίσει γίνεται μια εγκεφαλική βόμβα που με απειλεί να σκάσει και να με εξαφανίσει.
Μόνο αυτό το συναίσθημα μου έχει απομείνει. Κάθε πράξη μου γίνεται από συνήθεια, ενώ τη βρομερή οργή βιώνω και πράττω με όλη μου τη δύναμη. Ελπίζω να ξαναγίνω άνθρωπος, να μη μου φταις.
Περασμένα μεσάνυχτα και ο κινέζος δε φάνηκε σήμερα, το σκηνικό του δρόμου με τον άδειο θάλαμο είναι ελλιπές, όλοι περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή την εμφάνιση τού κινέζου για να ολοκληρωθεί και σήμερα η καθημερινότητά μας.
Ο Βαν Κονγκ και ο Μανέ τρελάθηκαν πριν πεθάνουν, ο Ναπολέων πέθανε από φριχτούς πόνους στο στομάχι, εκατόν είκοσι παιδιά που ζούσαν σε ένα οικοτροφείο πέθαναν ξαφνικά όλα σε ένα βράδυ, το πτώμα ενός επτάχρονου κοριτσιού διατηρείται ανέπαφο από τη φθορά της σήψης των πτωμάτων διακόσια χρόνια μετά το θάνατό του. Τι κοινό έχουν τα τραγικά ιστορικά γεγονότα με την υπέρτατη οργή που νοιώθω εγώ και ο κινέζος τού τηλεφωνικού θαλάμου; Προφανώς δεν έχουν κανένα κοινό σημείο αναφοράς. Η ιστορία ανατρέπεται. Τα ασύνδετα μεταξύ τους τραγικά γεγονότα έχουν ένα κοινό σύνδεσμο, ένα εξιχνιασμένο ιστορικά στοιχείο που τα συνδέει και δικαιολογεί την τυχαιότητά τους. Το στοιχείο αυτό είναι το Ανείπωτο, το Ακατανόμαστο, το τραγικογενές στοιχείο που η ονομασία του ταυτίζεται με ένα από τα δυο επίθετα που χαρακτηρίζουν τη δυαδικότητα τού κάθε φυσικού είδους. Γιατί, η ονομασία δυο τόσο ανόμοιων, στις ιδιότητες και στη φυσιολογία, να είναι κοινή; Η ίδια λέξη, γιατί χαρακτηρίζει δυο τελείως διαφορετικές υπάρξεις; Το ένα είναι στοιχείο της φύσης, και το άλλο είναι στοιχείο της φύσης, το ένα αποτελεί ένα χαρακτηρισμό που απευθύνεται σε άπειρα είδη ενώ το άλλο είναι απλώς ένα όνομα που χαρακτηρίζει ένα πολύ συγκεκριμένο στοιχείο. Το μόνο κοινό είναι η φθοροποιός δράση τους σε χρόνια χρήση...
Τελικά οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι εγώ φταίω μαζί με το ακατανόμαστο. Κατέχω τον ίδιο χαρακτηρισμό με αυτό. Κατέχοντας και το ακατανόμαστο ο χαρακτηρισμός μου ενισχύεται και το αποτέλεσμα της ενίσχυσης είναι το γρήγορο τέλος που δεν έχει έρθει ευτυχώς ακόμη. Πρέπει να μη φτάσω στο τέλος, είναι νωρίς ακόμη. Προσπαθώ, και ο κινέζος προσπαθεί, προχθές δε φάνηκε, χθες ξαναγύρισε, έτσι γυρίζω και εγώ συνέχεια πίσω μπρός, μπρός πίσω.
Έχω πάθει αταραξία, είναι μια κατάσταση που δε σε ενοχλεί τίποτε. Δε με ενοχλεί τίποτε, με ενοχλείς μόνο εσύ και δεν καταλαβαίνω γιατί, δεν μπορώ να καταλάβω όσο και να προσπαθώ, πάντα με ενοχλούσες. Γιατί αφού μου αρέσεις πάρα πολύ και σ’ αγαπώ, πάντα σ’ αγαπούσα και πάντα μ’ ενοχλούσες. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Ίσως να φταίει τελικά το ακατανόμαστο που πάντα ενίσχυε την κοινή ιδιότητά. ίσως και να μη φταίει. Ο καιρός θα δείξει. Τρία χρόνια τώρα είμαι πολύ προσεκτικός ώστε να μην ενισχύσω άλλο την κοινή ιδιότητα. Αν βελτιώθηκα εσύ θα κρίνεις.
Όλα ξεκίνησαν σε ένα μπαρ πριν πολλά χρόνια. Ήμουν φαντάρος και ήταν τα γενέθλιά σου, από την πρώτη μέρα τσακωθήκαμε και τσακωνόμαστε από τότε μέχρι τώρα. Ήρθα στο μπαρ με άλλη, την έβαλα στο ταξί και ξαναήρθα. Εκεί άρχισαν και τελείωσαν όλα. Από τότε η ζωή μου άλλαξε. Έμπλεξα πολύ άσχημα! Ένα κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται που δεν έχει φτάσει ακόμη στην άκρη του, φαντάζομαι η άκρη θα είναι το τέλος μας, τόσο άσχημα.
Δεν υπάρχει ούτε κινέζος πια ούτε τίποτε, όλα εξαφανίστηκαν, το μόνο που υπάρχει είναι η πραγματικότητα.
Το Σάββατο θα κάνουμε δείπνο, την τετάρτη θα πάμε στη Βαρκελώνη, το καλοκαίρι στη Νάξο.
Όλα φθάνουν στα όρια τους, τα όρια τελειώνουν για όλους, σε λίγο δε θα υπάρχει τίποτε.
Η τριλογία που αποτελείται από το τρίτο μόνο μέρος έφθασε στο τέλος της. Ελπίζω να καταφέρει να το διαβάσει κάποιος, αλλά μάλλον θα εξαφανιστεί και αυτό μαζί με τα άλλα.
ΤΕΛΟΣ.
Ήταν αργά το βράδυ, γύρω στις 2.30. Όλοι κοιμόταν στην πόλη εκτός απο τον κινέζο που φωνάζει κάθε βράδυ μιλώντας κινέζικα στον τηλεφωνικό θάλαμο που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι. Κάθε βράδυ τα ίδια, μετά τα μεσάνυχτα αρχίζει και ωρύεται κυριολεκτικά στο θάλαμο μέχρι τα ξημερώματα.
Μήπως φταίει ο κινέζος; Φυσικά και δε φταίει ο κινέζος, μήπως φταίω εγώ που κοντεύω τα 40 και έχω γίνει σαν τη γεροντοκόρη που της φταίνε όλα; Φυσικά δε φταίω εγώ γιατί πάντα έτσι ήμουν ιδιότροπος και παράξενος, χωρίς λόγο, χωρίς να συμβαίνει κάτι σοβαρό. Μάλλον θα πάω να κοιμηθώ. Ίσως αύριο να ανακαλύψω ποιος φταίει, ποιος να φταίει.
Το αύριο ήρθε και πέρασε... όλα έγιναν όπως χθες, όπως και προχθές, ακόμη και ο κινέζος τα έβαλε πάλι με το θάλαμο. Ίσως δε μιλά με κανέναν, ίσως έχει μια προσωπική επικοινωνία με τον ίδιο το θάλαμο, μια σχέση που εξωτερικεύεται αργά το βράδυ όταν όλοι πια κοιμούνται. Τελικά ο κινέζος δε μου φταίει πια, δεν ενοχλεί κανέναν τέτοια ώρα με τις φωνές του, δίνει ένα χρώμα στη μονότονη, από το πέρασμα των αυτοκινήτων, βραδιά. Κινέζε καληνύχτα και καλό κουράγιο. Ελπίζω να βρεις ποιος σου φταίει και να σταματήσεις και συ να φωνάζεις κάθε βράδυ όπως φωνάζω και εγώ.
Καιρό τώρα έχω διαπιστώσει ότι όλες μου οι αισθήσεις με έχουν εγκαταλείψει. Δε νοιώθω απολύτως τίποτα. Ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε νύστα, ούτε καν ερωτική έλξη απέναντι σε εσένα. Το μόνο που νοιώθω έντονα, καθημερινά είναι οργή απέναντί σου και σίγουρα δε φταις εσύ γι’ αυτό. Γιατί εξαφανίστηκαν όλες οι αισθήσεις που δίνουν το θεϊκό νόημα στη ζωή τού ανθρώπου, γιατί με εγκατέλειψαν δεν ξέρω και εγώ πότε; Μήπως γιατί τις πρόδωσα, μήπως γιατί έφτασα τα σαράντα, μήπως γιατί...
Ξέρω γιατί δεν αισθάνομαι πια τίποτα απολύτως. Λίγες μόνο φορές έχω αποτολμήσει να το ξεστομίσω. Ελπίζω να ξαναγυρίσουν κάποια φορά πίσω στο κορμί που ανήκουν και να μου δώσουν πάλι την ευκαιρία να γευτώ τα αρχέγονα αισθήματα που δίνουν νόημα στη ζωή. Το πιο σιχαμένο και ψυχοφθόρο συναίσθημα έχει ριζώσει για τα καλά μέσα στο κεφάλι μου και με κυριεύει, όποτε αποφασίσει γίνεται μια εγκεφαλική βόμβα που με απειλεί να σκάσει και να με εξαφανίσει.
Μόνο αυτό το συναίσθημα μου έχει απομείνει. Κάθε πράξη μου γίνεται από συνήθεια, ενώ τη βρομερή οργή βιώνω και πράττω με όλη μου τη δύναμη. Ελπίζω να ξαναγίνω άνθρωπος, να μη μου φταις.
Περασμένα μεσάνυχτα και ο κινέζος δε φάνηκε σήμερα, το σκηνικό του δρόμου με τον άδειο θάλαμο είναι ελλιπές, όλοι περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή την εμφάνιση τού κινέζου για να ολοκληρωθεί και σήμερα η καθημερινότητά μας.
Ο Βαν Κονγκ και ο Μανέ τρελάθηκαν πριν πεθάνουν, ο Ναπολέων πέθανε από φριχτούς πόνους στο στομάχι, εκατόν είκοσι παιδιά που ζούσαν σε ένα οικοτροφείο πέθαναν ξαφνικά όλα σε ένα βράδυ, το πτώμα ενός επτάχρονου κοριτσιού διατηρείται ανέπαφο από τη φθορά της σήψης των πτωμάτων διακόσια χρόνια μετά το θάνατό του. Τι κοινό έχουν τα τραγικά ιστορικά γεγονότα με την υπέρτατη οργή που νοιώθω εγώ και ο κινέζος τού τηλεφωνικού θαλάμου; Προφανώς δεν έχουν κανένα κοινό σημείο αναφοράς. Η ιστορία ανατρέπεται. Τα ασύνδετα μεταξύ τους τραγικά γεγονότα έχουν ένα κοινό σύνδεσμο, ένα εξιχνιασμένο ιστορικά στοιχείο που τα συνδέει και δικαιολογεί την τυχαιότητά τους. Το στοιχείο αυτό είναι το Ανείπωτο, το Ακατανόμαστο, το τραγικογενές στοιχείο που η ονομασία του ταυτίζεται με ένα από τα δυο επίθετα που χαρακτηρίζουν τη δυαδικότητα τού κάθε φυσικού είδους. Γιατί, η ονομασία δυο τόσο ανόμοιων, στις ιδιότητες και στη φυσιολογία, να είναι κοινή; Η ίδια λέξη, γιατί χαρακτηρίζει δυο τελείως διαφορετικές υπάρξεις; Το ένα είναι στοιχείο της φύσης, και το άλλο είναι στοιχείο της φύσης, το ένα αποτελεί ένα χαρακτηρισμό που απευθύνεται σε άπειρα είδη ενώ το άλλο είναι απλώς ένα όνομα που χαρακτηρίζει ένα πολύ συγκεκριμένο στοιχείο. Το μόνο κοινό είναι η φθοροποιός δράση τους σε χρόνια χρήση...
Τελικά οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι εγώ φταίω μαζί με το ακατανόμαστο. Κατέχω τον ίδιο χαρακτηρισμό με αυτό. Κατέχοντας και το ακατανόμαστο ο χαρακτηρισμός μου ενισχύεται και το αποτέλεσμα της ενίσχυσης είναι το γρήγορο τέλος που δεν έχει έρθει ευτυχώς ακόμη. Πρέπει να μη φτάσω στο τέλος, είναι νωρίς ακόμη. Προσπαθώ, και ο κινέζος προσπαθεί, προχθές δε φάνηκε, χθες ξαναγύρισε, έτσι γυρίζω και εγώ συνέχεια πίσω μπρός, μπρός πίσω.
Έχω πάθει αταραξία, είναι μια κατάσταση που δε σε ενοχλεί τίποτε. Δε με ενοχλεί τίποτε, με ενοχλείς μόνο εσύ και δεν καταλαβαίνω γιατί, δεν μπορώ να καταλάβω όσο και να προσπαθώ, πάντα με ενοχλούσες. Γιατί αφού μου αρέσεις πάρα πολύ και σ’ αγαπώ, πάντα σ’ αγαπούσα και πάντα μ’ ενοχλούσες. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Ίσως να φταίει τελικά το ακατανόμαστο που πάντα ενίσχυε την κοινή ιδιότητά. ίσως και να μη φταίει. Ο καιρός θα δείξει. Τρία χρόνια τώρα είμαι πολύ προσεκτικός ώστε να μην ενισχύσω άλλο την κοινή ιδιότητα. Αν βελτιώθηκα εσύ θα κρίνεις.
Όλα ξεκίνησαν σε ένα μπαρ πριν πολλά χρόνια. Ήμουν φαντάρος και ήταν τα γενέθλιά σου, από την πρώτη μέρα τσακωθήκαμε και τσακωνόμαστε από τότε μέχρι τώρα. Ήρθα στο μπαρ με άλλη, την έβαλα στο ταξί και ξαναήρθα. Εκεί άρχισαν και τελείωσαν όλα. Από τότε η ζωή μου άλλαξε. Έμπλεξα πολύ άσχημα! Ένα κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται που δεν έχει φτάσει ακόμη στην άκρη του, φαντάζομαι η άκρη θα είναι το τέλος μας, τόσο άσχημα.
Δεν υπάρχει ούτε κινέζος πια ούτε τίποτε, όλα εξαφανίστηκαν, το μόνο που υπάρχει είναι η πραγματικότητα.
Το Σάββατο θα κάνουμε δείπνο, την τετάρτη θα πάμε στη Βαρκελώνη, το καλοκαίρι στη Νάξο.
Όλα φθάνουν στα όρια τους, τα όρια τελειώνουν για όλους, σε λίγο δε θα υπάρχει τίποτε.
Η τριλογία που αποτελείται από το τρίτο μόνο μέρος έφθασε στο τέλος της. Ελπίζω να καταφέρει να το διαβάσει κάποιος, αλλά μάλλον θα εξαφανιστεί και αυτό μαζί με τα άλλα.
ΤΕΛΟΣ.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου